Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Πεδίο δόξης λαμπρό ανοίγεται για το ελληνικό σκληρό σιτάρι


Για τη βιομηχανία ζυμαρικών μεγαλύτερη σημασία έχει η ποιότητα του σκληρού σίτου, αφού η «συνταγή» απαιτεί μόνο σιμιγδάλι και νερό.Το ενδιαφέρον τόσο της εγχώριας όσο και της παγκόσμιας αγοράς για περισσότερο ποιοτικό σκληρό σιτάρι, το οποίο έχει τις προϋποθέσεις να παράξει η Ελλάδα, επεσήμανε ο επικεφαλής του τμήματος αγορών της Barilla Κώστας Θεοχαρίδης, σε εκδήλωση για την καλλιέργεια των σιτηρών που οργάνωσε η εταιρεία BASF Ελλάς ABEE.
Για τη βιομηχανία ζυμαρικών μεγαλύτερη σημασία έχει η ποιότητα του σκληρού σίτου, αφού η «συνταγή» απαιτεί μόνο σιμιγδάλι και νερό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για την παγκόσμια παραγωγή σιταριού, αυτή εμφανίζεται αυξημένη ανά έτος: Ενδεικτικά η παραγωγή σιταριού σε παγκόσμιο επίπεδο ανήλθε το 2005 στους 621 εκατ. τόνους και για το 2011 εκτιμάται περί τους 695 εκατ. τόνους. Από αυτές τις ποσότητες, η παγκόσμια παραγωγή μαλακού σιταριού ανήλθε το 2005 στους 34,4 εκατ. τόνους και για το 2011 υπολογίζεται στους 36,4 εκατ. τόνους.

Η παγκόσμια παραγωγή των λοιπών σιτηρών την εμπορική περίοδο 2005 άγγιξε τους 983 εκατ. τόνους, εκ των οποίων η παγκόσμια παραγωγή καλαμποκιού κυμάνθηκε στους 696 εκατ. τόνους. Η παγκόσμια παραγωγή για τα λοιπά σιτηρά κατά την εμπορική περίοδο 2011 εκτιμάται στους 1.146 εκατ. τόνους εκ των οποίων στο καλαμπόκι αντιστοιχεί παραγωγή 864 εκατ. τόνων. Συνολικά, το 2011 παράχθηκαν παγκοσμίως 1.841 εκατ. τόνοι σιτηρών.
Σε ό,τι αφορά την παραγωγή σκληρού σιταριού στην Ευρώπη των 27, ηγετικό ρόλο έχει η Ιταλία, η οποία παρήγαγε το 2011 κατά προσέγγιση περί τους 3.581.000 τόνους έναντι 3.798.000 τόνων την αντίστοιχη εμπορική περίοδο του 2005. Δεύτερη ακολουθεί η Γαλλία η οποία ολοκλήρωσε το έτος 2011 –κατά προσέγγιση- με παραγωγή σκληρού σίτου 1.999.000 τόνους. Η Ισπανία βρίσκεται στην τρίτη θέση με 922.000 τόνους το 2011 έναντι 702.000 τόνων το 2005.
Η ελληνική παραγωγή σίτου στον χάρτη της Ευρώπης

Για την Ελλάδα που κατέχει την τέταρτη θέση στην παραγωγή σίτου της Ευρώπης, να επισημανθεί ότι η παραγωγή σκληρού σίτου ανά έτος βαίνει μειούμενη. Η χώρα μας παρήγαγε την περσινή εμπορική περίοδο 803.000 τόνους έναντι 899.000 τόνων το 2005.
Πρωταγωνιστής στην παραγωγή σκληρού σιταριού ανά περιφέρεια είναι φυσικά η Θεσσαλία, η οποία ολοκλήρωσε την περσινή εμπορική περίοδο –κατά προσέγγιση- με 362.000 τόνους, έναντι 344.000 τόνων το 2005. Δεύτερη στην παραγωγή σκληρού σιταριού ακολουθεί η περιφέρεια δυτικής και κεντρικής Μακεδονίας, με συνολική ποσότητα 266.000 τόνους το 2011 έναντι 311.000 τόνων το 2005. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η ανατολική Μακεδονία, η οποία παρήγαγε πέρυσι 95.000 τόνους σκληρού σιταριού έναντι 113.000 τόνων το 2005. Τέλος η περιφέρεια Έβρου παρήγαγε πέρυσι περί τους 80.000 τόνους –κατά προσέγγιση- έναντι 141.000 τόνων το 2005. Στο σύνολο των περιφερειών, η Ελλάδα παρήγαγε πέρυσι κατά προσέγγιση 803.000 τόνους σκληρού σιταριού, ενώ την αντίστοιχη περίοδο του 2005 η παραγωγή στο σύνολό της ανήλθε στους 899.000 τόνους.
Το τρίπτυχο της ποιότητας

Για τη βιομηχανία ζυμαρικών μεγαλύτερη σημασία έχει η ποιότητα του σκληρού σίτου, αφού η «συνταγή» απαιτεί μόνο σιμιγδάλι, δηλαδή πρώτη ύλη σκληρό σιτάρι και νερό. Σύμφωνα με τον κ. Θεοχαρίδη, η ποιότητα των ζυμαρικών είναι στενά συνδεδεμένη με τα χαρακτηριστικά του σκληρού σίτου. Με την απαραίτητη, λοιπόν, τεχνογνωσία, αυτό που χρειάζεται είναι υψηλή περιεκτικότητα της πρώτης ύλης σε πρωτεΐνη, που αυξάνει την ποιότητα της γλουτένης και  δίνει αντοχή στα ζυμαρικά κατά τον βρασμό, την κατάλληλη περιεκτικότητα σε κίτρινες χρωστικές και τη μικρότερη δυνατή σε μαύρα στίγματα, που προσφέρουν τη σωστή εμπορικά όψη των ζυμαρικών και τέλος η απουσία ει δυνατόν υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων και μυκοτοξινών, για να μιλάμε για καλή υγιεινή των καταναλωτών. 
Στον κύκλο της ποιότητας του σκληρού σίτου και κατ’ επέκταση των ζυμαρικών, το πρωτεύον ζήτημα είναι η «αγρονομική» ποιότητα που αφορά την απόδοση, την προσαρμοστικότητα και την αντοχή των δημητριακών στις ασθένειες και συνδέεται άμεσα με την «εμπορευματική» ποιότητα, που αφορά τα ελαττώματα των κόκκων, την ύπαρξη ξένων υλών και σπόρων στην πρώτη ύλη.  Επιπλέον, στις απαιτήσεις της βιομηχανίας για την καλύτερη δυνατή ποιότητα σιτηρών, συγκαταλέγονται και η «τεχνολογική» ποιότητα, που έχει να κάνει με τις ποσότητες γλουτένης, πρωτεΐνης και μαύρων στιγμάτων στο σκληρό σιτάρι.
Οι προμήθειες της Barilla
Η εταιρεία εμπορεύεται κάθε χρόνο 52.000 τόνους ζυμαρικών, τα οποία παράγονται από 60.000 τόνους σκληρό σιτάρι. Σύμφωνα με τα στοιχεία του κ. Θεοχαρίδη, περίπου το 80% της ποσότητας αυτής καλύπτεται από σιτάρι εγχώριας παραγωγής, ενώ το 25% (περίπου 15.000 τόνοι) της προμήθειας γίνεται μέσα από συμβάσεις καλλιέργειας με τους παραγωγούς. Η έκταση που χρειάζεται για να παραχθεί το σιτάρι που χρησιμοποιεί η εταιρεία κάθε χρόνο είναι πάνω από 3 εκατ. στρέμματα.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ