Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Τη βασάνισε μέχρι θανάτου


Σε πνιγμό οφείλεται ο θάνατος της 37χρονης Ανθής Λινάρδου, από το Βελβεντό σύμφωνα με τα ευρήματα της νεκροψίας-νεκροτομής. Ωστόσο εντοπίστηκαν εκχυμώσεις στον πρόσωπο και στα μάτια, πιθανότητα λόγω λόγω χτυπημάτων από το συζυγό της, ο οποίος στη συνέχεια την έπνιξε.

Οπως λέει η συνηγόρος της οικογένειας του θύματος, υπάρχει τραυμα στο πίσω μέρος του κεφαλιού ενώ  ο θάνατος προήλθε από ασφυξία και όχι απο στραγγαλισμό, ενδεχομένως με μαξιλάρι.

Ο συζυγοκτόνος, στον οποίο απαγγέλθηκαν κατηγορίες, πήρε προθεσμία για να απολογηθεί το πρωί του Σαββάτου.

Λεπτομέρειες-σοκ έδωσε στη δημοσιότητα και η αστυνομία. Σύμφωνα με τον Δημοσθένη Χρήστου, τον γενικό αστυνομικό διευθυντή περιφέρειας Μακεδονίας, ο συζυγοκτόνος έλεγε ότι δεν ήξερε τίποτα, μέχρι και την τελευταία στιγμή, ενώ έσκαβαν στο χωράφι.

Η εκτίμηση πάντως των αστυνομικών είναι ότι ο 40χρονος Τάσος Τσιουχάρας δεν είχε προσχεδιάσει τη δολοφονία, ενω επίσης εκτιμούν ότι δεν είχε συνεργούς. Για τον πατέρα του εξηγούν ότι τον κρατούν με την κατηγορία της παράνομης οπλοκατοχής, φοβούμενοι μη γίνει κάποιο άλλο κακό.



Παντως η οικογένεια της Ανθής επιμένει ότι το έγκλημα ήταν προμελετημένο. Το ζευγάρι είχε βρεθεί στην Αθήνα, όπου ζούσαν οι γονείς της αδικοχαμένης γυναίκας, για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Οι καβγάδες τους ήταν συνεχείς και πολύ έντονοι. Αμέσως μόλις γύρισαν στην Κοζάνη, ο Τάσος μετακίνησε τον βράχο στο χωράφι του και η οικογένεια εκτιμά ότι αυτό δείχνει τι είχε στο μυαλό του.
Η ομολογία - φρίκη του συζυγοκτόνου

«Μόλις σταμάτησε να αναπνέει, πήγα στο διπλανό δωμάτιο για να δω αν είχαν ξυπνήσει τα παιδιά. Κοιμόντουσαν, ενώ και οι γονείς μου που ήταν στο κάτω διαμέρισμα δεν είχαν ακούσει τις φωνές της. Έπειτα σκέφτηκα πως θα εξαφανίσω το πτώμα» ήταν οι πρώτες φράσεις του δολοφόνου της 37χρονης Ανθής Λινάρδου, όταν πλέον οι αστυνομικοί είχαν καταφέρει να τεκμηριώσουν τα στοιχεία της ενοχής του.

Ο δράστης ομολόγησε την ενοχή του μετά από 20 ώρες ανάκριση.

Πολύ ήρεμος και με σταθερό λόγο όπως αναφέρουν οι αστυνομικοί συνέχισε να περιγράφει; «Όταν σιγουρεύτηκα ότι κανείς δεν είχε ξυπνήσει, την τύλιξα με μία κουβέρτα. Την πήρα στην πλάτη και την μετέφερα στο υπόγειο γκαράζ όπου ήταν το φορτηγάκι. Θυμήθηκα ότι μέσα είχα ένα φτυάρι, όπως και ότι τις προηγούμενες ημέρες είχα βγάλει έναν μεγάλο βράχο από το χωράφι και είχε παραμείνει η τρύπα στο έδαφος. Την έβαλα στο αυτοκίνητο και πήγα στο χωράφι, χωρίς να περάσω από το κέντρο του χωρίου γιατί φοβόμουν μη με δει κανείς. Την έβαλα στο λάκο και την έθαψα πρόχειρα με το φτυάρι. Μετά από μερικές ώρες τα ξημερώματα της Κυριακής πήγα πάλι στο χωράφι και πέρασα με φρέζα το συγκεκριμένο κομμάτι για να μην καταλάβει κανένας τίποτα».

Σε μία άτυπη αναπαράσταση των φρικτών στιγμών της άγριας δολοφονίας ο 40χρονος Αναστάσιος Τσιουχάρας, περιέγραψε με κινήσεις τον τρόπο που τύλιξε τα χέρια του γύρω από τον λαιμό της συζύγου του, και πως της έκλεισε το στόμα, έως ότου εκείνη σταματήσει να αναπνέει, ενώ η μοναδική στιγμή που φαίνεται να δήλωσε ότι μετάνοιωσε για την πράξη του ήταν στην τελευταία ερώτηση του αστυνομικού, όταν του διάβασε την απολογία του προκειμένου να συμπεριληφθεί στην δικογραφία της υπόθεσης.

Για τον εντοπισμό του σημείου της ταφής της Ανθής οι άνδρες της Πυροσβεστικής και της αστυνομίας χρησιμοποίησαν σιδηρόβεργες και τρυπούσαν το έδαφος του χωραφιού έως και μισό μέτρο βάθος για να εντοπίσουν που ήταν σκληρό ή μαλακό το χώμα. Στο ένα μέτρο βρέθηκε το πτώμα της γυναίκας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ